χαϊδολογώ

χαϊδολογώ
-άω, και τ. μέσ. χαϊδολογιέμαι, Ν
1. χαϊδεύω συχνά κάποιον
2. μέσ. χαϊδολογιέμαι
α) μού αρέσουν πολύ τα χάδια
β) κάνω νάζια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χάιδι / χάδι + -λογώ*].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • χαϊδολογώ — και χαϊδολογάω χαϊδολόγησα 1. χαϊδεύω. 2. το μέσο, χαϊδολογιέμαι μου αρέσουν τα χάδια, κάνω νάζια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -λογώ — (AM λογῶ, έω) β΄ συνθετικό ρημάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, τα οποία αρχικά σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος (πρβλ. αισχρολογώ < αισχρολόγος), ενώ στη συνέχεια το β συνθετικό λογώ λειτούργησε ως παραγωγική κατάληξη, με αποτέλεσμα να… …   Dictionary of Greek

  • θωπεύω — (Α θωπεύω) [θωψ] 1. κολακεύω, καλοπιάνω 2. περιποιούμαι πολύ, παρέχω υπηρεσίες 3. χαϊδεύω, χαϊδολογώ («θωπεύω ίππον») αρχ. 1. (για σκύλο) κάνω χαρές 2. (για ασθένεια) κατευνάζω 3. φρ. «καιρὸν θωπεύω» εκμεταλλεύομαι τις περιστάσεις …   Dictionary of Greek

  • μαλάζω — και μαλάσσω (AM μαλάσσω, Α αττ. τ. μαλάττω) 1. κάνω κάτι μαλακό τρίβοντάς το με το χέρι ή με μηχανή 2. (σχετικά με μέταλλο) καθιστώ επεξεργάσιμο, μαλακώνω («ὁ σίδηρος ἐν τῷ πυρὶ μαλασσόμενος αὖθις ὑπὸ ψυχροῡ πυκνοῡται», Πλούτ.) 3. καταπραΰνω,… …   Dictionary of Greek

  • χαϊδολόγημα — το, Ν [χαϊδολογώ] χάιδεμα …   Dictionary of Greek

  • χαϊδολογάω — (σπάν. χαϊδολογώ), χαϊδολόγησα βλ. πίν. 58 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • χαϊδολόγημα — το, ατος η πράξη του χαϊδολογώ, το χάιδεμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”